Μέσα στη γλωσσολογική θεωρία, οι δύο ακραίες θέσεις για τη σχέση γλώσσας και σκέψης αναφέρονται συνήθως ως ‘θεωρίες προπλάσματος’ και ‘θεωρίες μανδύα’. Οι θεωρίες του προπλάσματος εμφανίζουν τη γλώσσα ως ένα «καλούπι με το οποίο διαμορφώνονται οι κατηγορίες της σκέψης» (Bruner et al. 1956, p. 11). Οι θεωρίες του μανδύα εκφράζουν την άποψη ότι η «γλώσσα είναι ένας μανδύας, που προσαρμόζεται στις συνήθεις κατηγορίες σκέψεις του ομιλητή» (ibid.). Η θεωρία ότι η γλώσσα είναι το ‘ένδυμα της σκέψης’ αποτέλεσε θεμέλιο της νεοκλασικής λογοτεχνικής θεωρίας (Abrams 1953, p. 290), αλλά απορρίφθηκε από τους ρομαντικούς (ibid.; Stone 1967, Ch. 5). Υπάρχει επίσης η σχετική άποψη (που υποστηρίζουν οι συμπεριφοριστές, παραδείγματος χάριν) ότι γλώσσα και σκέψη ταυτίζονται. Σύμφωνα με τη θέση αυτή η σκέψη είναι εντελώς γλωσσική: δεν υπάρχει ‘μη-γλωσσική σκέψη’, δεν υπεισέρχεται καμμιά ‘μετάφραση’ από τη σκέψη στη γλώσσα. Με την έννοιαν αυτή, η σκέψη θεωρείται εντελώς προσδιορισμένη από τη γλώσσα.
Η θεωρία Sapir-Whorf, που πήρε το όνομά της από τους αμερικανούς γλωσσολόγους Edward Sapir και Benjamin Lee Whorf, ανήκει στις προπλασματικές θεωρίες της γλώσσας. Γράφοντας το 1929, ο Sapir ισχυρίστηκε σε ένα κλασικό εδάφιό του ότι:
Τα ανθρώπινα όντα δε ζουν απομονωμένα στον αντικειμενικό κόσμο, ούτε μεμονωμένα στον κόσμο της κοινωνικής δράσης, όπως την καταλαβαίνουμε κατα κανόνα, αλλά ευρίσκονται στο έλεος της συγκεκριμένης γλώσσας, που έχει γίνει το μέσο έκφρασης στην κοινωνία τους. Είναι καθαρή ψευδαίσθηση να φαντάζεται κανείς ότι προσαρμόζεται στην πραγματικότητα ουσιαστικά χωρίς τη χρήση της γλώσσας, κι ότι η γλώσσα είναι απλώς ένα περεμπίπτον μέσο για επίλυση ειδικών προβλημάτων επικοινωνίας και σκέψης. Το γεγονός είναι ότι ο ‘πραγματικός κόσμος’ είναι σε μεγάλη έκταση ασυνείδητα χτισμένος πάνω στις γλωσσικές συνήθειες της ομάδας. Δεν έχουν ακόμη βρεθεί δύο γλώσσες αρκετά όμοιες, που να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούν την ίδια κοινωνική πραγματικότητα. Οι κόσμοι μεσα στους οποίους ζουν οι διάφορες κοινωνίες είναι διακριτοί κόσμοι, όχι απλώς ο ίδιος κόσμος με διαφορετικές ταμπέλες… Βλέπομε κι ακούμε και με άλλα λόγια ζούμε σε πολύ μεγάλη έκταση με τον τρόπο που το κάνουμε, επειδή οι γλωσσικές συνήθειες της κοινότητάς μας προδιαθέτουν για κάποιες επιλογές ερμηνείας (Sapir 1958 [1929], σελ. 69).
Η θέση αυτή επεκτάθηκε το 1930 από το μαθητή του, τον Whorf, ο οποίος σε ένα άλλο πολυμνημονευμένο εδάφιο, δήλωσε ότι:
Ανατέμνουμε τη φύση κατά μήκος γραμμών που έθεσαν οι γλώσσες μας. Τις κατηγορίες και τους τύπους, που απομονώνουμε από τον κόσμο των φαινομένων, δεν τους βρίσκουμε εκεί, επειδή κοιτάζουν κάθε παρατηρητή καταπρόσωπο. Αντιθέτως, ο κόσμος παρουσιάζεται σε μια καλειδοσκοπική ροή εντυπώσεων, που πρέπει να οργανωθούν από τα μυαλά μας, δηλαδή σε μεγάλη έκταση από τα γλωσσικά συστήματα των μυαλών μας. Κόβουμε τη φύση σε κομμάτια, την οργανώνουμε σε έννοιες, κι αποδίδουμε νοήματα καθώς το κάνουμε, κυρίως επειδή συμμετέχουμε σε μια συμφωνία για να τα οργανώνουμε κατ’ αυτό τον τρόπο – μια συμφωνία που ισχύει για όλη τη γλωσσική κοινότητα και που κωδικοποιείται στα γλωσσικά μας σχήματα. Η συμφωνία είναι, βέβαια, σιωπηρή και άγραφη, αλλά οι όροι της είναι εντελώς υποχρεωτικοί. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε καθόλου παρά μόνο προσχωρώντας στην οργάνωση και ταξινόμηση των δεδομένων που ορίζει η συμφωνία. (Whorf 1940, pp. 213-14; έμφαση δική του)
Δε θα προσπαθήσω να ξεμπλέξω τις λεπτομέρειες των προσωπικών απόψεων των Sapir και Whorf, για το βαθμό του ντετερμινισμού που αισθάνονταν ότι συνεπάγεται, αλλά πιστεύω ότι τα παραπάνω αποσπάσματα δίνουν μια καλή ιδέα αυτού που πίστευαν. Θα ήθελα να σημειώσω ότι ο Whorf πηρε τις αποστάσεις του από την συμπεριφορική θέση ότι η σκέψη είναι εντελώς γλωσσική (Whorf 1956, p. 66). Στην πιο ακραία εκδοχή της ‘η υπόθεση Sapir-Whorf’ μπορεί να περιγραφεί ως αποτελούμενη από δύο συνδεδεμένες αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη, το γλωσσικό ντετερμινισμό, η σκέψη μας καθορίζεται από τη γλώσσα. Σύμφωνα με τη δεύτερη, τη γλωσσική σχετικότητα, οι άνθρωποι που μιλούν διαφορετικές γλώσσες αντιλαμβάνονται και σκέφτονται για τον κόσμο πολύ διαφορετικά.
Με αυτή τη βάση, η Whorfιανή σκοπιά είναι ότι η μετάφραση μεταξύ μιας γλώσσας και μιας άλλης είναι στην καλύτερη περίπτωση, προβληματική, και μερικές φορές, αδύνατη. Μερικοί σχολιαστές το εφαρμόζουν αυτό και στη ‘μετάφραση’ της μη λεκτικής σκέψης σε λόγια. Άλλοι εισηγούνται ότι ακόμη και μέσα σε μια και μόνη γλώσσα οποιαδήποτε λεκτική αναδιατύπωση έχει επιπτώσεις για τη σημασία,
Η σημασία αυτού που ‘χάνεται στη μετάφραση’ ποικίλλει, βέβαια. Το θέμα θεωρείται συνήθως πιο σημαντικό στη λογοτεχνική γραφή. Είναι διαφωτιστικό να διαβάζει κανείς πώς αισθάνεται ένας ποιητής για τη μετάφραση των ποιημάτων του από το ισπανικό πρωτότυπο σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (ο ίδιος ο Whorf δε θεωρούσε πράγματι τις ευρωπαϊκές γλώσσες αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους). Ο Pablo Neruda έγραψε ότι οι καλύτερες μεταφράσεις των ποιημάτων του ήταν ιταλικές (λόγω των ομοιοτήτων τους με τα ισπανικά), αλλά ότι τα αγγλικά και τα γαλλικά «δεν αντιστοιχούν με τα ισπανικά – ούτε στην προφορά, ούτε στην τοποθέτηση, στο χρώμα ή στο βάρος των λέξεων». Συνεχίζει: «Δεν είναι θέμα ερμηνευτικής ισοδυναμίας: όχι, το νόημα μπορεί να είναι σωστό, αλλά η ορθότητα της μετάφρασης της σημασίας, μπορεί να σημαίνει καταστροφή του ποιήματος. Σε πολλές από τις μεταφράσεις στα γαλλικά – δε λέω σε όλες – η ποίησή μου ξεφεύγει, τίποτε δε μένει. Δεν μπορώ να διαμαρτυρηθώ, επειδή η μετάφραση λέει το ίδιο πράγμα που έγραψα. Αλλά είναι προφανές ότι αν ήμουν γάλλος ποιητής, δεν θα είχα πει αυτό που είπα σαυτό το ποίημα, επειδή η αξία των λέξεων είναι τόσο διαφορετική. Θα είχα γράψει κάτι άλλο» (Plimpton 1981, p. 63). Οταν το γράψιμο ειναι περισσότερο ‘πραγματιστικό’ ή λιγότερο ‘εκφραστικό’, τα νοήματα θεωρούνται τυπικά λιγότερο εξαρτημένα από την ειδική μορφή των λέξεων που χρησιμοποιούνται. Στα πιό πραγματιστικά πλαίσια, οι παραφράσεις ή μεταφράσεις τείνουν να θεωρούνται ως λιγότερο προβληματικές κατ΄ουσίαν. Πάντως, ακόμη και σε τέτοια πλαίσια, συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην πρωτότυπη γλώσσα, μπορεί να αναγνωρισθεί ότι παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα στη μετάφραση. Ακόμη κι έξω από τις ουμανιστικές σπουδές, τα ακαδημαϊκά κείμενα που ασχολούνται με τις κοινωνικές επιστήμες αποτελούν παράδειγμα.
Η οπτική του Whorf βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον ακραίο ουνιβερσαλισμό αυτών που υιοθετούν τη θεωρία του μανδύα. Η νεοκλασική θεώρηση της γλώσσας ως απλού ενδύματος της σκέψης βασίζεται στην υπόθεση, ότι η ίδια σκέψη μπορεί να εκφρασθεί με ποικιλία τρόπων. Οι ουνιβερσαλιστές ισχυρίζονται ότι μπορούμε να πούμε οτιδήποτε θέλουμε σε οποιαδήποτε γλώσσα, και ότι οτιδήποτε λέμε σε μια γλώσσα, μπορεί πάντα να μεταφρασθεί σε μιαν άλλη. Αυτή είναι η βάση για την συνηθέστερη απόρριψη του Whorfιανισμού. «Το γεγονός είναι», επιμένει ο φιλόσοφος Karl Popper, «ότι ακόμη κι εντελώς διαφορετικές γλώσσες δεν είναι αμετάφραστες» (Popper 1970, p. 56). Η διφορούμενη χρήση εδώ της έκφρασης ‘δεν είναι αμετάφραστες’ είναι ειρωνική. Οι περισσότεροι ουνιβερσαλιστές αναγνωρίζουν ότι η μετάφραση μπορεί συγκυριακά να συνεπάγεται κάποιο βαθμό περίφρασης.
Τα άτομα, που θεωρούν τη γραφή ως θεμελιώδη για την αίσθηση της προσωπικής και επαγγελματικής τους ταυτότητας, μπορεί να αισθάνονται ότι το στυλ γραφής τους είναι αδιαχώριστο από την ταυτότητά τους, και στην έκταση που, ως συγγραφείς, ‘προσκολλώνται στις λέξεις τους’ μπορεί να ευνοούν μια Whorfιανή άποψη. Και λίγο θα εξέπληττε αν οι ατομικές θέσεις προς τον Whorfιανισμό, δεν επηρεάζονταν από την προσχώρηση στο ρομαντισμό ή τον κλασικισμό, ή από τη θέση έναντι των επιστημών ή των τεχνών. Όπως έδειξα, στο πλαίσιο του γραπτού λόγου, η απαίτηση ‘του αμεταφράστου’ γενικά θεωρείται σημαντικότερη στις τέχνες και πιο αδύναμη στην περίπτωση τυπικά επιστημονικών δοκιμίων (αν κι οι ρητορικές σπουδές θολώνουν όλο και περισσότερο οποιεσδήποτε καθαρές διακρίσεις). Και μέσα στο λογοτεχνικό χώρο, ‘το αμετάφραστο’ ευνοήθηκε από τους ρομαντικούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας, για τους οποίους οι συμπαραδηλωτικές, συναισθηματικές και προσωπικές σημασίες των λέξεων ήταν κρίσιμες (ίδε Stone 1967, σελ. 126-7, 132, 145).
Ενώ λίγοι γλωσσολόγοι θα υιοθετούσαν την υπόθεση Sapir-Whorf στην ‘ισχυρή’, ακραία ή ντετερμινιστική της μορφή, πολλοί δέχονται τώρα έναν ‘αδύνατο’, μετριοπαθέστερο, ή περιορισμένο Whorfιανισμό, δηλαδή ότι οι τρόποι με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο μπορεί να επηρεάζονται από το είδος της γλώσσας που χρησιμοποιούμε. Ο μετριοπαθής Whorfιανισμός διαφέρει από τον ακραίο Whorfιανισμό στα παρακάτω σημεία:
Η έμφαση είναι στο ότι η δυνατότητα σκέψης
‘επηρεάζεται’ μάλλον αντί να ‘καθορίζεται’
αναπόφευκτα από τη γλώσσα.
Βέβαια, μερικοί οπαδοί της πολεμικής ευνοούν ακόμη την έννοια ότι η γλώσσα είναι ζουρλομανδύας ή φυλακή, αλλά υπάρχει τώρα ευρεία ακαδημαϊκή συναίνεση, που ευνοεί το μετριοπαθή Whorfιανισμό. Κάθε γλωσσική επίδραση θεωρείται τώρα ότι συναρτάται γενικά όχι τόσο με τις τυπικές συστημικές δομές της γλώσσας (langue ήταν ο όρος που χρησιμοποίησε ο de Saussure), αλλά με τις πολιτιστικές συμβάσεις και τα ατομικά στυλ χρήσης (ομιλία). Η σημασία δεν κατοικεί σε ένα κείμενο, αλλά προκύπτει κατά την ερμηνεία του, κι η ερμηνεία διαμορφώνεται από τα κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια. Υπάρχουν συμβάσεις σχετικά με ποιές θεωρούνται κατάλληλες χρήσεις της γλώσσας σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια τόσο στις ‘καθημερινές’ της χρήσεις όσο και στη χρήση της από ειδικούς. Στον ακαδημαϊκό χώρο, υπάρχουν γενικές συμβάσεις όσο και ειδικές για κάθε επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο. Σε κάθε υποκουλτούρα, οι κυρίαρχες συμβάσεις, όσον αφορά την κατάλληλη χρήση, τείνουν να ασκούν μια συντηρητική επιρροή στον ορισμό των φαινομένων. Από την άποψη της θεωρίας των μέσων, οι κοινωνιόλεκτοι των υποκουλτουρών και οι ιδιόλεκτοι των ατόμων παριστούν μιαν αδιόρατα επιλεκτική άποψη του κόσμου: τείνουν να υποστηρίζουν κάποια είδη παρατηρήσεων και ερμηνειών και να περιορίζουν άλλα. Κι αυτή η μεταμορφωτική δύναμη μένει σε μεγάλη έκταση απαρατήρητη, αποσυρμένη σε διαφάνεια.
Ο Marshall McLuhan ισχυρίστηκε στα βιβλία του, όπως το The Gutenberg Galaxy (1962) και Understanding Media (1964) ότι η χρήση των νέων μέσων ήταν η κύρια αιτία θεμελιωδών αλλαγών στην κοινωνία και στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ο τεχνολογικός ντετερμινισμός της θέσεως αυτής μπορεί να θεωρηθεί ως μια εφαρμογή του ακραίου Whorfιανισμού πάνω στη φύση των μέσων γενικά. Παρομοίως, ο ακραίος ουνιβερσαλισμός των θεωρητικών του μανδύα έχει το αντίστοιχό του στα στο μύθο της τεχνολογικής ουδετερότητας. (Winner 1977; Bowers 1988). Η δική μου προσέγγιση προτείνει την εξερεύνηση της δυνατότητας εφαρμογής ενός μετριοπαθούς Whorfιανισμού στη χρήση των μέσων.
(Προσαρμογή από το βιβλίο μου, The Act of Writing)
Αυτή η σελίδα έχει δεχτεί
επισκέψεις από τις
22 Νοεμβρίου 1999.